Η Γ.Γ. της ΠΕΟ ξεκαθάρισε ότι η Ομοσπονδία έχει σημαντικές διαφωνίες με την προσέγγιση της κυβέρνησης, καθώς, όπως ανέφερε, η πρόταση που βρίσκεται ενώπιον των κοινωνικών εταίρων δεν φαίνεται να προτίθεται να παρέχει τους αναγκαίους πρόσθετους δημόσιους πόρους για την ουσιαστική βελτίωση των συντάξεων, αλλά σε μεγάλο βαθμό ανακατανέμει υφιστάμενους πόρους.
Όπως ανέφερε, βασικός στόχος της ΠΕΟ είναι να αντιμετωπιστεί το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα των ανθρώπων που λαμβάνουν συντάξεις με τις οποίες δεν μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Το ζήτημα, όπως εξήγησε, συνδέεται τόσο με το ύψος της σύνταξης που καταβάλλεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όσο και με την κρατική πολιτική στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων.
«Για εμάς το πρώτο που θέλουμε να επιλυθεί είναι αυτό το μεγάλο κοινωνικό ζήτημα, να μην έχουμε ανθρώπους που παίρνουν σύνταξη από την οποία δεν μπορούν να ζήσουν», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η αντιμετώπιση των χαμηλών συντάξεων πρέπει να αποτελεί βασικό πυλώνα της μεταρρύθμισης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της μείωσης του 12% για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στα 63. Η ΠΕΟ, όπως είπε, θεωρεί ότι δεν μπορεί να παραμένει χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση ένα μέτρο που επηρεάζει εργαζόμενους οι οποίοι, ύστερα από πολλά χρόνια εργασίας, δεν είναι σε θέση να συνεχίσουν μέχρι το 65ο έτος, ιδιαίτερα λόγω της φύσης της εργασίας τους.
«Άνθρωποι μετά από πολλά χρόνια δουλειάς αναγκάζονται να φύγουν στα 63 τους χρόνια γιατί δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται λόγω της φύσης της εργασίας τους και τιμωρούνται για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, παίρνοντας 12% μειωμένη σύνταξη», σημείωσε.
Το θέμα του 12% εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της συζήτησης. Η κυβερνητική πρόταση που είχε παρουσιαστεί στις αρχές Σεπτεμβρίου προέβλεπε περιορισμό της αναλογιστικής μείωσης στο 7,5% για το βασικό μέρος της σύνταξης.
Σύνταξη χηρείας και σύνταξη ανικανότητας
Η Γ.Γ. της ΠΕΟ αναφέρθηκε ακόμη στη σύνταξη χηρείας, επισημαίνοντας ότι, ενώ θεσπίστηκε η δυνατότητα καταβολής σύνταξης χηρείας και σε άντρες, παραμένουν εκτός περίπου 4.000 άτομα που έχασαν τις συζύγους τους πριν από το 2018.
Παράλληλα, έθεσε και το ζήτημα των προϋποθέσεων για τη λήψη σύνταξης ανικανότητας, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ζητήματα που η ΠΕΟ θεωρεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της συνολικής μεταρρύθμισης.
Στις βασικές διεκδικήσεις της ΠΕΟ περιλαμβάνεται επίσης το ζήτημα του κρατικού χρέους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Όπως ανέφερε η Σωτηρούλα Χαραλάμπους, το κράτος θα πρέπει σταδιακά να επιστρέψει χρήματα που έχει δανειστεί από το Ταμείο, ώστε να μην μεταφερθεί στις επόμενες γενιές ο κίνδυνος να μην υπάρχουν επαρκείς πόροι για την καταβολή των συντάξεων.
«Δεν είναι μόνο θέμα αριθμών, αλλά φιλοσοφίας»
Μετά και την παρουσίαση των στοιχείων κατά τη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, η ΠΕΟ θεωρεί ότι η κυβερνητική πρόταση δεν προβλέπει ουσιαστικά νέους πόρους για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.
Η Γ.Γ. της ΠΕΟ εξήγησε ότι, με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι πρόσθετοι πόροι που προβλέπει η κυβέρνηση σε βάθος εξαετίας δεν συνιστούν ουσιαστική νέα κρατική χρηματοδότηση, αλλά συνδέονται με τις αλλαγές στην αποπληρωμή του κρατικού χρέους προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και με το γεγονός ότι το κράτος δεν θα μπορεί στο μέλλον να αξιοποιεί με τον ίδιο τρόπο τα πλεονάσματα του Ταμείου.
Για την ΠΕΟ, αυτό αποτελεί καθοριστικό ζήτημα. «Δεν μπορείς να κάνεις μια μεταρρύθμιση απλώς ανακατανέμοντας πόρους και φορτώνοντας το κόστος στους επόμενους», ανέφερε η Σωτηρούλα Χαραλάμπους, υπογραμμίζοντας ότι η Ομοσπονδία διαφωνεί τόσο με συγκεκριμένες πρόνοιες όσο και με τη συνολική φιλοσοφία της πρότασης.
Η θέση της ΠΕΟ είναι ότι υπάρχουν περιθώρια για να διοχετευθούν περισσότεροι δημόσιοι πόροι στο συνταξιοδοτικό σύστημα, ώστε να βελτιωθούν οι χαμηλές συντάξεις και παράλληλα να περιοριστούν οι κίνδυνοι για τους μελλοντικούς συνταξιούχους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο Σχέδιο Χαμηλοσυνταξιούχων. Όπως σημείωσε, εάν το όριο της φτώχειας βρίσκεται στα 1.018 ευρώ και η στήριξη μέσω του σχεδίου παραμένει σε επίπεδα που οδηγούν τα εισοδήματα ενός συνταξιούχου κάτω από αυτό το όριο, τότε ουσιαστικά η ίδια η κυβερνητική πρόταση αποδέχεται ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν συνταξιούχοι που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Παράλληλα, η ΠΕΟ διαφωνεί με την καταβολή των αυξήσεων στις συντάξεις σε πέντε δόσεις, θεωρώντας ότι οι χαμηλοσυνταξιούχοι χρειάζονται ουσιαστική και έγκαιρη βελτίωση του εισοδήματός τους.
Η ΠΕΟ διαφωνεί και με την προσέγγιση και με τη φιλοσοφία
Η Σωτηρούλα Χαραλάμπους τόνισε ότι η διαφωνία της ΠΕΟ δεν περιορίζεται σε επιμέρους πρόνοιες.
«Έχουμε διαφορά επί της προσέγγισης και επί της φιλοσοφίας», ανέφερε, σημειώνοντας ότι εάν η θέση της κυβέρνησης παραμείνει πως οι διαθέσιμοι πόροι είναι δεδομένοι και δεν υπάρχουν περιθώρια για επιπρόσθετη κρατική συνεισφορά, τότε «έχουμε μεγάλη απόσταση».
Κατά την ίδια, μια τέτοια προσέγγιση δημιουργεί επιπρόσθετες ανησυχίες για τις αλλαγές που προτείνονται στο σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και για τις επιπτώσεις τους στους μελλοντικούς συνταξιούχους.
Η ΠΕΟ θεωρεί, όπως ανέφερε, ότι δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση μια πρόταση που αυξάνει κάποιες συντάξεις, αλλά ταυτόχρονα εισάγει αλλαγές οι οποίες μπορεί να επιβαρύνουν τους μελλοντικούς συνταξιούχους και δεν συνοδεύεται από ουσιαστική ενίσχυση των δημόσιων πόρων.
Στο τραπέζι και τα Ταμεία Προνοίας
Ξεχωριστό κεφάλαιο στη συζήτηση αποτελεί για την ΠΕΟ η επέκταση των Ταμείων Προνοίας, τα οποία η κυβέρνηση έχει εντάξει ως έναν από τους πυλώνες της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης.
Η Σωτηρούλα Χαραλάμπους επανέλαβε τη διαχρονική θέση της ΠΕΟ ότι κάθε εργαζόμενος θα πρέπει να έχει Ταμείο Προνοίας. Υπογράμμισε ότι τα Ταμεία Προνοίας αποτελούν σημαντική κατάκτηση των εργαζομένων και συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση.
Σύμφωνα με τη Γ.Γ. της ΠΕΟ, το γεγονός ότι σήμερα μόνο περίπου το 27% των εργαζομένων διαθέτει Ταμείο Προνοίας καταδεικνύει την ανάγκη επέκτασης του θεσμού.
Η ΠΕΟ υποστηρίζει ότι η επέκταση πρέπει να γίνει με τρόπο που να διατηρεί τα υφιστάμενα Ταμεία Προνοίας και τις κατακτήσεις που έχουν συμφωνηθεί μέσα από Συλλογικές Συμβάσεις, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργεί δυνατότητες πρόσβασης και για εργαζόμενους που σήμερα δεν καλύπτονται.
Ιδιαίτερα, όπως ανέφερε, όπου υπάρχουν Κλαδικά Ταμεία Προνοίας, θα πρέπει να διασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των εργοδοτών του κλάδου και η κάλυψη όλων των εργαζομένων.
Η ΠΕΟ ζητά, επομένως, η συζήτηση να οδηγήσει σε συγκεκριμένο οδικό χάρτη, με σαφή χρονοδιάγραμμα και τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, ώστε σταδιακά κάθε εργαζόμενος να αποκτήσει πρόσβαση σε Ταμείο Προνοίας. «Δεν μπορεί το ζήτημα των Ταμείων Προνοίας να αφεθεί στο περιθώριο και να μην υπάρξει ένας οδικός χάρτης για το πότε προχωρούμε».
Καταλήγοντας, η Σωτηρούλα Χαραλάμπους έθεσε το ζήτημα στη βάση της συνολικής φιλοσοφίας της μεταρρύθμισης.
Εάν, όπως είπε, η κυβερνητική προσέγγιση για τις χαμηλές συντάξεις, τους συνταξιούχους που βρίσκονται στη φτώχεια και το 12% παραμείνει αμετάβλητη, τότε η απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και ΠΕΟ θα παραμείνει μεγάλη.
«Δεν μπορεί να ονομάζεται μεταρρύθμιση μία πρόταση που επί της ουσίας ανακατανέμει υφιστάμενους πόρους, χωρίς να υπάρχει η διάθεση να δοθούν πόροι για να λύσουμε ένα μεγάλο κοινωνικό ζήτημα», τόνισε. Όπως ανέφερε, μια τέτοια προσέγγιση ουσιαστικά μεταφέρει το βάρος στους ίδιους τους εισφορείς, ζητώντας τους να καλύψουν μέσω της αλληλεγγύης τους τις ανάγκες του συστήματος.
Η ΠΕΟ, διαβεβαίωσε η Γ.Γ. της, θα συνεχίσει να συμμετέχει στη συζήτηση, επιδιώκοντας αλλαγές που θα διασφαλίζουν αξιοπρεπείς συντάξεις σήμερα, αλλά και ένα κοινωνικά ασφαλές και βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα για τις επόμενες γενιές.




